
Την Παρασκευή, 3 Ιουλίου, ανοίγει ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου ο φάκελος με την υπόθεση του τροχαίου δυστυχήματος που σημειώθηκε τον Μάιο στο νησί, με θύμα μία γυναίκα και την κόρη της.Σύμφωνα με το dimokratiki.gr, στο εδώλιο δεν θα καθίσει κάποιος για το τροχαίο αυτό καθαυτό, αλλά για όσα φέρεται να ακολούθησαν, καθώς και τις απόπειρες να εξαφανιστούν στοιχεία που σχετίζονταν με …
Την Παρασκευή, 3 Ιουλίου, ανοίγει ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου ο φάκελος με την υπόθεση του τροχαίου δυστυχήματος που σημειώθηκε τον Μάιο στο νησί, με θύμα μία γυναίκα και την κόρη της.
Σύμφωνα με το dimokratiki.gr, στο εδώλιο δεν θα καθίσει κάποιος για το τροχαίο αυτό καθαυτό, αλλά για όσα φέρεται να ακολούθησαν, καθώς και τις απόπειρες να εξαφανιστούν στοιχεία που σχετίζονταν με το δυστύχημα.
Η πρώτη δικογραφία, αφορά απόπειρα αφαίρεσης και καταστροφής αποδεικτικού στοιχείου, δι’ έμμεσης αυτουργίας, κατ’ εξακολούθηση, και η δεύτερη απόπειρα παραβίασης φύλαξης της αρχής, επίσης δι’ έμμεσης αυτουργίας.
Όπως είχε αναφέρει το ίδιο μέσο, το εν λόγω περιστατικό συνέβη στις 20 Μαΐου και, συγκεκριμένα, από τις 19:04, ελάχιστη ώρα αφότου ο 44χρονος κατηγορούμενος -ο οποίος κρατείται στις φυλακές Κορυδαλλού– αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους μετά την απολογία του ενώπιον του αρμόδιου Ανακριτή.
Ήθελε να εξαφανίσει τον «εγκέφαλο» του αυτοκινήτου
Σύμφωνα με τη δικογραφία, ο ίδιος, γνωρίζοντας ότι το αυτοκίνητό του βρισκόταν στις εγκαταστάσεις εταιρείας οδικής βοήθειας, όπου το είχε αναθέσει προς φύλαξη η Τροχαία ώστε να εξεταστεί από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα, επιχείρησε να κατευθύνει υπάλληλο της επιχείρησης να αφαιρέσει τον «εγκέφαλο» του οχήματος, δηλαδή τον ηλεκτρονικό καταγραφέα συμβάντων (event data recorder), από τον χώρο της μηχανής.
Κατά την κατηγορία, ο 44χρονος φέρεται να πραγματοποίησε διαδοχικές τηλεφωνικές κλήσεις και να απέστειλε γραπτά μηνύματα, μαζί με αναλυτικές οδηγίες και στιγμιότυπα οθόνης, καθοδηγώντας τον εργαζόμενο βήμα προς βήμα. Σκοπός του, όπως αναφέρεται, ήταν να αφαιρέσει και να καταστρέψει κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο που αφορούσε στην οδηγική συμπεριφορά του αυτοκινήτου πριν και κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, στοιχείο αναγκαίο για την ολοκλήρωση της πραγματογνωμοσύνης. Η σημασία του καταγραφέα είναι κομβική, καθώς από αυτόν μπορεί να προκύψει η ταχύτητα κίνησης τα δευτερόλεπτα πριν από το μοιραίο, σε μια υπόθεση όπου ο ίδιος ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι δεν είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα ούτε είχε παραβιάσει ερυθρό σηματοδότη.
Όπως προκύπτει από την περιγραφή της κατηγορίας, ο υπάλληλος αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Παρά την άρνηση αυτή, ο 44χρονος φέρεται να ενέμεινε, ρωτώντας επανειλημμένα πότε θα απομακρυνόταν ο εργαζόμενος από τον χώρο, με το πρόσχημα ότι ήθελε να μεταβεί ο ίδιος για να παραλάβει προσωπικά αντικείμενα. Σε μεταγενέστερο στάδιο, σύμφωνα πάντα με όσα καταγγέλλονται, επιχειρήθηκε προσέγγιση και δεύτερου οδηγού της ίδιας εταιρείας, αυτή τη φορά μέσω τρίτου προσώπου και με την αιτιολογία ότι υπήρχε επιθυμία να φωτογραφηθεί το όχημα, αιτιολογία την οποία η κατηγορία αντιμετωπίζει ως πρόσχημα. Η πράξη, κατά την ίδια εκδοχή, δεν ολοκληρώθηκε επειδή ο εργαζόμενος ενημέρωσε τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας και τους αστυνομικούς του Τμήματος Τροχαίας Ρόδου. Στο κατηγορητήριο γίνεται επίκληση, μεταξύ άλλων, του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα.
Η εκδοχή της υπεράσπισης
Με γραπτές εξηγήσεις, ο κατηγορούμενος αρνείται στο σύνολό τους τα αποδιδόμενα και δίνει εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο στις ενέργειές του. Δεν αρνείται ότι επιδίωξε επικοινωνία γύρω από το όχημα, υποστηρίζει όμως ότι σκοπός του δεν ήταν ποτέ η αφαίρεση ή η καταστροφή του καταγραφέα, αλλά η διασφάλισή του. Όπως διατείνεται, αμέσως μετά την απολογία και την απόλυσή του έλαβε στο κινητό του ειδοποιήσεις από την εφαρμογή που συνδέεται με το αυτοκίνητο, οι οποίες εμφάνιζαν εκτεταμένες βλάβες και προειδοποίηση για κίνδυνο ανάφλεξης. Υπό το βάρος αυτών των ενδείξεων, ισχυρίζεται ότι ανησύχησε μήπως το όχημα πάρει φωτιά εκεί όπου φυλασσόταν και καταστραφεί μαζί του και ο εγκέφαλος που κρατά τα κρίσιμα δεδομένα.
Στον πυρήνα της υπεράσπισης βρίσκεται η θέση ότι το αίτημά του ήταν απλώς να μετακινηθεί ο καταγραφέας σε άλλο σημείο εντός του ίδιου χώρου, μακριά από το αυτοκίνητο, και όχι να παραδοθεί σε εκείνον ή να καταστραφεί. Ο 44χρονος υποστηρίζει επιπλέον ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν του είχε γνωστοποιηθεί καμία κατάσχεση ούτε οποιαδήποτε απαγόρευση προσέγγισης. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του, η κατάσχεση διατάχθηκε αργότερα, με παραγγελία της 26ης Μαΐου 2026, ενώ το όχημα είχε μεταφερθεί στον χώρο φύλαξης με δική του πρωτοβουλία και η σχετική συνεννόηση είχε γίνει με την ασφαλιστική εταιρεία και όχι με δημόσια αρχή. Η όποια εντολή να μην πλησιάσει κανείς το αυτοκίνητο, όπως υποστηρίζει, του είχε μεταφερθεί προφορικά και όχι εγγράφως. Με βάση τα παραπάνω, η υπεράσπιση θεωρεί ότι δεν στοιχειοθετείται ούτε η αντικειμενική ούτε η υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων, αφού, κατά τους ισχυρισμούς της, απουσιάζει τόσο η τυπικά διαμορφωμένη φύλαξη της αρχής όσο και ο σκοπός απόκρυψης ή ματαίωσης της έρευνας. Αντίκλητοι του κατηγορουμένου έχουν οριστεί οι δικηγόροι Ρόδου, ο κ. Δήμος Μουτάφης και ο κ. Στυλιανός Κιουρτζής.
Το ιστορικό της υπόθεσης
Το τροχαίο σημειώθηκε στις 17 Μαΐου 2026. Ο 44χρονος ημεδαπός, οδηγώντας πολυτελές αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του σε επαρχιακή οδό του νησιού, στον άξονα προς τη Λίνδο, συγκρούστηκε με έτερο όχημα. Στο δεύτερο αυτοκίνητο επέβαιναν 2 γυναίκες, οι οποίες έχασαν τη ζωή τους από τον θανάσιμο τραυματισμό που υπέστησαν. Για το συμβάν αυτό σχηματίστηκε σε βάρος του δικογραφία για επικίνδυνη οδήγηση που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο ανθρώπων και για ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή, με τον φάκελο να βρίσκεται σε στάδιο κύριας ανάκρισης.
Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε από την πρώτη στιγμή τις πράξεις που του αποδίδονται για το ίδιο το δυστύχημα, υποστηρίζοντας ότι δεν παραβίασε ερυθρό σηματοδότη, ότι δεν ανέπτυξε υπερβολική ταχύτητα και ότι το ατύχημα προκλήθηκε αιφνίδια από την κίνηση του έτερου οχήματος, στην οποία δεν μπόρεσε να αντιδράσει εγκαίρως. Ακριβώς επειδή το όχημα κρίθηκε ως αντικείμενο του εγκλήματος, παρέμεινε σε χώρο φύλαξης εν αναμονή της πραγματογνωμοσύνης που έχει παραγγελθεί για τη διακρίβωση των αιτίων του τροχαίου. Στον πυρήνα της διαμάχης βρίσκεται ο ηλεκτρονικός καταγραφέας του αυτοκινήτου, ο μάρτυρας που δεν μιλά αλλά κρατά τα δεδομένα της οδήγησης τις στιγμές πριν από τη σύγκρουση. Η δίκη της 3ης Ιουλίου 2026 θα κρίνει αν η προσπάθεια προσέγγισης του οχήματος, όπως αυτή περιγράφεται από την κατηγορία, αποτελεί απόπειρα αλλοίωσης κρίσιμου αποδεικτικού στοιχείου ή, όπως αντιτείνει η υπεράσπιση, κίνηση πρόληψης ενός κινδύνου ανάφλεξης.
Πηγή: dimokratiki.gr
Δείτε και αυτά